DaF in Griechenland

Mitglied Werden!

Αρχείο 2005 - 2015

Καθημερινή: Αναγκαίες και ακριβές οι ξένες γλώσσες

Καθημερινή: Αναγκαίες και ακριβές οι ξένες γλώσσες 25.04.2008 Έρευνα για τις ξένες γλώσσες:
... ενώ τα γερμανικά βρίσκονται στη δεύτερη θέση (50%)

Το δημοσίευμα

Αναγκαίες και ακριβές οι ξένες γλώσσες

Η εκμάθηση τουλάχιστον δύο, εκτός της μητρικής, αποτελεί στόχο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για όλους τους πολίτες των χωρών - μελών

Του Αποστολου Λακασα

«Εχω αρχίσει μαθήματα αγγλικών και γερμανικών από το δημοτικό. Αφού πάρω τα διπλώματα στις δύο αυτές γλώσσες, σκοπεύω να μάθω και γαλλικά ή κάποια άλλη ξένη γλώσσα. Είναι χρήσιμες τόσο για τη δουλειά όσο και για την επικοινωνία. Το Ιντερνετ έχει ρίξει τα σύνορα μεταξύ των λαών». Η 15χρονη Νίνα Λινάρδου, όπως δήλωσε η ίδια στην «Κ», έχει έφεση στις ξένες γλώσσες. Τις αρέσει να σερφάρει στο Διαδίκτυο, ενώ ξέρει πως η γνώση ξένων γλωσσών είναι απαραίτητη στον επαγγελματικό στίβο. Ομως σε έναν ακόμη τομέα το δημόσιο ελληνικό σχολείο βρίσκεται πολύ πίσω σε σχέση με τις ανάγκες και τις απαιτήσεις της εποχής. Ενδεικτικό είναι ότι το 82% των Ελλήνων -περισσότερο από κάθε άλλο στην Ευρωπαϊκή Ενωση- θεωρούν ότι η διδασκαλία των ξένων γλωσσών πρέπει να είναι πολιτική προτεραιότητα, ως αντίβαρο στο «κενό» που υπάρχει σήμερα στο δημόσιο σχολείο. Πόσω μάλλον που και η Ευρώπη έχει θέσει στόχο όλοι οι πολίτες να μιλούν δύο ξένες γλώσσες, όπως τόνισε μιλώντας στην «Κ» ο Ευρωπαίος επίτροπος κ. Λέοναρντ Ορμπαν, αρμόδιος για την Πολυγλωσσία. «Οι δεξιότητες που απαιτούνται σήμερα στην αγορά εργασίας δεν είναι πάντα εκείνες που διδάσκονται στα σχολεία», λέει ο κ. Ορμπαν, αποτυπώνοντας και την ελληνική πραγματικότητα.
Τις ελλείψεις του ελληνικού δημόσιου σχολείου οι Ελληνες τις καλύπτουν επαρκώς από την... τσέπη τους. Οι γονείς φροντίζουν τα παιδιά να ξεκινούν νωρίς τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών. Τα μαθήματα αρχίζουν συνήθως στην Γ´ Δημοτικού και ολοκληρώνονται στην Α´ Λυκείου. Είναι ενδεικτικό ότι ενώ πέρυσι στις επτά αυτές τάξεις φοιτούσαν περί τους 680.000 μαθητές, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας στα 7.169 φροντιστήρια ξένων γλωσσών φοιτούσαν 639.483 μαθητές. Σε αυτούς περιλαμβάνονται όσοι -συγκριτικά λίγοι- άνω των 18 ετών, μαθαίνουν μια ξένη γλώσσα ενώ δεν περιλαμβάνονται όσοι κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα. Με βάση τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ, το συνολικό ποσό που δίνουν ετησίως οι γονείς των μαθητών σε δημοτικό και γυμνάσιο για τις ξένες γλώσσες φθάνει τα 595,6 εκατ. ευρώ. Μεταξύ των Ευρωπαίων, οι Ελληνες, μαζί με τους Σουηδούς, παρουσιάζονται οι πλέον ένθερμοι οπαδοί των αγγλικών. Το 97% των Ελλήνων γονιών θεωρούν ότι τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν αγγλικά, ενώ τα γερμανικά βρίσκονται στη δεύτερη θέση (50%) προσπερνώντας τα γαλλικά (34%). Ακολουθούν τα ιταλικά (6%) και τα ισπανικά (3%). Πάντως, μεταξύ των γλωσσών που έχουν, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπ. Παιδείας, δηλώσει οι Ελληνες ότι μαθαίνουν, είναι τα κινέζικα, τα βουλγάρικα, τα ρωσικά, τα τουρκικά, τα σερβικά και τα αραβικά.
Στην Ελλάδα οι γονείς πληρώνουν εκατομμύρια ευρώ
Τα ποσά που δίνουν οι ελληνικές οικογένειες για να μάθουν τα παιδιά ξένες γλώσσες, καθώς και ο πόλεμος που πρόσφατα έχει ξεσπάσει για την πίτα των πιστοποιήσεων όσον αφορά την αγγλική γλώσσα στην Ελλάδα δείχνει το μέγεθος της συγκεκριμένης αγοράς. Με βάση τα στοιχεία της τελευταία έρευνας του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ, που επεξεργάστηκε τα στοιχεία αντίστοιχης έρευνας της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος, οι γονείς μαθητών στην πρωτοβάθμια και προσχολική εκπαίδευση δίνουν 804 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων το μεγαλύτερο μέρος (248,7 εκατ. ευρώ) δίνονται για ξένες γλώσσες (το 30,9% της συνολικής δαπάνης για παιδιά έως 12 ετών). Για τους μαθητές γυμνασίου και λυκείου οι γονείς δίνουν σε ξένες γλώσσες 346,9 εκατ. ευρώ (25,8% των συνολικών δαπανών). Δηλαδή, το συνολικό ποσό για τις ξένες γλώσσες των μαθητών σε δημοτικό και γυμνάσιο φθάνει τα 595,6 εκατ. ευρώ, χωρίς σε αυτά να υπολογίζονται τα ποσά που δίνονται για εκμάθηση γλωσσών από τους μαθητές λυκείου και τα μεγαλύτερα άτομα.
Βέβαια, το κυριότερο βάρος της εκμάθησης πέφτει στα φροντιστήρια, αφού ελάχιστοι γονείς εμπιστεύονται το δημόσιο σχολείο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, το σχολικό έτος 2006-2007 λειτουργούσαν 7.169 φροντιστήρια ξένων γλωσσών, τα οποία στη συντριπτική τους πλειονότητα διδάσκουν περισσότερες της μιας -πάντα αγγλικά- ξένες γλώσσες. Στα φροντιστήρια αυτά φοίτησαν 639.483 μαθητές, και εργάστηκαν 24.330 εκπαιδευτικοί. Ως προς το κόστος των σπουδών, όπως ανέφερε χθες στην «Κ» η πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Ιδιοκτητών Κέντρων Ξένων Γλωσσών PALSO κ. Αννα Μπουλντούμη, υπολογίζεται ότι τα μηνιαία δίδακτρα για τις πρώτες τάξεις των μαθημάτων ξένων γλωσσών κυμαίνονται από 35 έως 45 ευρώ. Το ποσό αυτό ανεβαίνει όσο αυξάνεται ο αριθμός των ωρών και η δυσκολία των τάξεων για να φθάσει για διπλώματα όπως το Proficiency και το Lower στα 180 με 200 ευρώ τον μήνα. Επίσης, υπολογίζεται ότι, ετησίως, για τις πιστοποιήσεις ξένων γλωσσών δίνονται περί τα 15 εκατ. εκατομμυρία ευρώ, καθώς τα εξέταστρα για την απόκτηση ενός πτυχίου αγγλικής γλώσσας κυμαίνονται (ανάλογα με το επίπεδο) από 70 έως 150 ευρώ για κάθε εξεταζόμενο. Ο Σύνδεσμος έχει προχωρήσει σε ευθεία καταγγελία κατά του ΑΣΕΠ και του υπουργείου Εσωτερικών, κάνοντας λόγο για μεροληπτικές αποφάσεις, οι οποίες ευνοούν συγκεκριμένους βρετανικούς ιδιωτικούς φορείς πιστοποίησης στη διενέργεια των αντίστοιχων εξετάσεων έναντι των κρατικών βρετανικών πανεπιστημίων, με τα οποία συνεργάζεται ο Σύνδεσμος. Σημειώνεται ότι το υπουργείο Εσωτερικών και το ΑΣΕΠ ορίζουν τι είδους πτυχία (ξένων γλωσσών, πληροφορικής κ.λπ.) γίνονται δεκτά στους διαγωνισμούς για την πρόσληψη στο Δημόσιο.

Κυριαρχία αγγλικών σε όλες τις χώρες της Ευρώπης...
Ενας στους δύο Ευρωπαίους (το ακριβές ποσοστό είναι 56%) είναι σε θέση να κάνει μια συζήτηση σε άλλη γλώσσα εκτός από τη μητρική του. Η κατάσταση, μάλιστα, βελτιώθηκε καθώς στις αρχές της δεκαετίας το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 47%. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου, οι πλέον πολύγλωσσοι είναι οι Λουξεμβουργιανοί, το 99% των οποίων δήλωσαν ότι γνωρίζουν τουλάχιστουν μία ξένη γλώσσα. Ακολουθούν οι Σλοβάκοι (97%) και οι Λεττονοί (95%).
Στον αντίποδα, μεταξύ εκείνων που δήλωσαν ότι δεν μιλούν καμία ξένη γλώσσα οι περισσότεροι είναι οι Ιρλανδοί (66%), οι Βρετανοί (62%), οι Ιταλοί (59%), οι Ούγγροι και οι Πορτογάλοι (58% έκαστος), και οι Ισπανοί (56%). Πάντως, θα πρέπει να τονιστεί ότι Ιρλανδοί και Βρετανοί έχουν το «άλλοθι» ότι η μητρική τους γλώσσα, τα αγγλικά, είναι η ισχυρότερη διεθνής γλώσσα, με αποτέλεσμα να μην χρειάζονται την εκμάθηση άλλης για να επικοινωνήσουν στο εξωτερικό. Βέβαια, ο στόχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι κάθε πολίτης να γνωρίζει δύο τουλάχιστον γλώσσες εκτός από τη μητρική του. Προς το παρόν λιγότεροι από ένας στους τρεις (28%) Ευρωπαίοι πολίτες δήλωσαν ότι μιλούν δύο ξένες γλώσσες αρκετά καλά, ώστε να κάνουν μία συζήτηση. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στο Λουξεμβούργο (92%), στην Ολλανδία (75%) και τη Σλοβενία (71%). Μόλις ένας στους δέκα Ευρωπαίους (11%) έχει το προνόμιο να μιλά τουλάχιστον τρεις γλώσσες πέραν της μητρικής του.
Κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων χρόνων το 18% των Ευρωπαίων πολιτών αναφέρει ότι μαθαίνει ξένες γλώσσες ή βελτιώνει το επίπεδό του ενώ το 21% αναφέρει ότι έχει πρόθεση να ξεκινήσει μαθήματα κατά το επόμενο έτος. Δηλαδή, περίπου ένας στους πέντε Ευρωπαίους έχει πρόσφατα βελτιώσει το επίπεδο της γλωσσομάθειάς του ή προτίθεται να το πράξει μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες. Τα αγγλικά παραμένουν η ευρύτερα ομιλούμενη ξένη γλώσσα στην Ευρώπη. Το 38% των πολιτών της Ε.Ε. δήλωσαν ότι μιλούν με επάρκεια αγγλικά. Το 14% των Ευρωπαίων δήλωσαν ότι γνωρίζουν είτε γαλλικά είτε γερμανικά εκτός από τη μητρική τους γλώσσα. Τα ισπανικά και τα ρωσικά συμπληρώνουν την ομάδα των πέντε ευρύτερα γνωστών γλωσσών.
Οι Ευρωπαίοι μαθαίνουν ξένες γλώσσες για να ταξιδεύουν (35%), γιατί τους χρειάζεται στη δουλειά τους (32%), για προσωπική ικανοποίηση (27%) και για να εργασθούν σε κάποια ξένη χώρα (27%). Το 23% των ερωτηθέντων δήλωσαν ότι έμαθαν ξένη γλώσσα για να διεκδικήσουν μια καλύτερη θέση εργασίας, ενώ το 21% το έκαναν διότι θέλουν να κατανοούν ανθρώπους από διαφορετικούς πολιτισμούς. Αντίθετα, οι λόγοι που αναφέρθηκαν πιο συχνά ως αποθαρρυντικά στοιχεία για την εκμάθηση ξένων γλωσσών είναι η έλλειψη χρόνου (34%), κινήτρων (30%) και το κόστος των μαθημάτων (22%). Ποια κίνητρα προτείνονται; Τα δωρεάν μαθήματα είναι το ισχυρότερο (26%) και ακολουθούν τα ευέλικτα μαθήματα τα οποία ταιριάζουν στο πρόγραμμα του καθενός (18%).
Η ξένη γλώσσα στο σχολείο
Το «κλειδί» για την προώθηση της πολυγλωσσίας είναι η εκπαίδευση. Το 65% έχει μάθει την ξένη γλώσσα στο σχολείο. Το 22% παρακολούθησαν ομαδικά μαθήματα με δάσκαλο, ενώ το 16% έμαθε ξένη γλώσσα μιλώντας με κάποιον που την είχε ως μητρική!
Οι περισσότεροι θεωρούν ότι η καλύτερη ηλικία για να αρχίσουν τα παιδιά να μαθαίνουν τόσο την πρώτη όσο και τη δεύτερη ξένη γλώσσα είναι στα 6 τους χρόνια, δηλαδή στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Το 77% των ερωτηθέντων θεωρούν ότι τα παιδιά θα πρέπει να μαθαίνουν τα αγγλικά ως πρώτη ξένη γλώσσα. Τα γαλλικά ακολουθούν, συγκεντρώνοντας το 33% των απαντήσεων και έπονται τα γερμανικά με 28%.
Πάντως, από τα στοιχεία αντίστοιχης έρευνας του Ευρωβαρόμετρου το 2001 προκύπτει ότι όσοι μαθαίνουν αγγλικά και ισπανικά αυξάνονται με πιο γρήγορους ρυθμούς σε σχέση με εκείνους που μαθαίνουν γαλλικά και γερμανικά. Ταυτόχρονα, βέβαια και άλλες γλώσσες όπως κινέζικα ή αραβικά «μπαίνουν» στην Ευρώπη λόγω της οικονομικής ανάπτυξης των χωρών της Ασίας και της Μέσης Ανατολής.
«Η πολυγλωσσία ενώνει την Ε.Ε, δεν τη χωρίζει»
Ο Ευρωπαίος Επίτροπος, κ. Λέοναρντ Ορμπαν, αρμόδιος για την Πολυγλωσσία, μιλώντας στην «Κ», αναφέρει ότι «η πολυγλωσσία ενώνει την Ευρώπη, δεν την χωρίζει». Και εξηγεί: «Η γλώσσα είναι κομμάτι της ταυτότητας του κάθε πολίτη. Από αυτή τη σκοπιά, θέλουμε να μιλιούνται όλες οι γλώσσες που υπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση». Σήμερα υπάρχουν 33 επίσημες γλώσσες στην Ευρωπαϊκή Ενωση και άλλες περίπου 60 τοπικές. «Η γνώση των γλωσσών είναι ένα πολιτικό μέσο, που μπορεί να βοηθήσει την ενίσχυση της ενότητας της Ε.Ε. μέσα από τη διαφορετικότητα των λαών, σε επίπεδο γλώσσας και ταυτότητας», λέει και προσθέτει ότι «με τη μετανάστευση και την κινητικότητα οι επαφές μεταξύ ατόμων διαφορετικής προέλευσης έχουν αυξηθεί. Η διεύρυνση επίσης έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες για τη ζωή και την απασχόληση στην Κοινότητα. Η Ευρώπη έχει καταστεί τόπος συνάντησης πολιτισμών, γλωσσών και θρησκειών».
Ο Ρουμάνος Επίτροπος τονίζει ότι είναι απαραίτητες οι «διεθνείς» γλώσσες των ισχυρών κρατών, όπως τα αγγλικά, η γνώση των οποίων διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των λαών. Το βάρος, όμως, θα πρέπει να δοθεί στη γνώση και άλλων γλωσσών, στις οποίες οι πολίτες θα πρέπει να εμβαθύνουν. «Οι πολίτες της Ευρώπης μπορούν να μάθουν γλώσσες για να γνωρίσουν πολιτισμούς, για να διευρύνουν τους ορίζοντές τους. Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει να απευθυνθεί σε όλους, και όχι μόνο στην ελίτ», επισημαίνει ο κ. Ορμπαν. Πόσω μάλλον που η πολυγλωσσία δεν είναι μόνο μέσο διαπολιτισμικού διαλόγου, αλλά βοηθά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και ενισχύει τα επαγγελματικά προσόντα των εργαζομένων. Είναι ενδεικτικό ότι μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο καταδεικνύει ότι πολλές επιχειρηματικές ευκαιρίες χάνονται εξαιτίας της έλλειψης γλωσσικών δεξιοτήτων από τις επιχειρήσεις. «Η πολυγλωσσία συμβάλλει κατά πολύ στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας», ανέφερε ο κ. Ορμπαν. Ομως στην ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών -κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα- ο Ευρωπαίος Επίτροπος ήταν σαφής: «Στην ανακοίνωση για τον εκσυγχρονισμό των πανεπιστημίων το 2006, η Επιτροπή τόνισε ότι η Ευρώπη σημειώνει καθυστέρηση σε σχέση με τους ανταγωνιστές της όσον αφορά την ικανότητά της για καινοτομία και το επίπεδο δεξιοτήτων της. Οι δεξιότητες που απαιτούνται σήμερα στην αγορά εργασίας δεν είναι πάντα εκείνες που διδάσκονται στα σχολεία. Το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις και τα πανεπιστήμια έχουν την τάση να ζουν σε χωριστούς κόσμους είναι μία από τις αιτίες αυτού του χάσματος στην Ευρώπη».